Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τα υπουργεία μου.... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Πω, πω!
Αυτές δεν ήταν διακοπές που έκανα. Ταξίδι ζωής ήταν!
(αν το καλοσκεφτείς πέρασα παραπάνω από τη μισή μου (μέχρι τώρα) ζωή στο χωριό…)
Δεν έκλεισα καλά καλά τους 4 μήνες κι ήμουνα εκεί τους 2,5!
Άσε που έπαθα και πολιτιζμικό σοκ μόλις γύρισα. Στο σαλόνι καθόσαντε ένας τύπος σε ημιάγρια κατάσταση με γένια πολλά, μπάκα, αχτένιστος και βρωμιάρης, με καμιά σαρανταριά κουτάκια μπύρες γύρω γύρω και κουτιά πίτσας ολούθε, που ισχυρίζεται ότι είναι ο πατέρας μου! Τζίσους Κράιστ! Και ήθελε να με φιλήσει κιόλας ο γύφτουλας! Τον έστειλα φυσικά να κάνει πρώτα μπάνιο, να ξυριστεί, να αρωματιστεί και του είπα ότι θα κάνω ορισμένες διαβουλεύσεις (που είναι και της μόδας απ’ ότι έμαθα) πριν τον αναγνωρίσω και επισήμως ως γονέα μου.
Είπα διαβουλεύσεις και τι θυμήθηκα;
Ρε σεις, ο καταλληλότερος που πήγε; Πριν φύγω θυμάμαι που τον έβλεπα στα κανάλια, και χτύπαγε το χέρι στο τραπέζι, στο έδρανο, στο κεφάλι του Πολύδωρα, όπου έβρισκε. Εχθές τον πετυχαίνω σ’ ένα κανάλι και ήσαντε σα χεζμένος. Τι έπαθε; Κι αυτός ο άλλος που μοιάζει σαν το λαγουδάκι που μου έχει πάρει η θεία Νίτσα (χωρίς μουστάκι), ποιος σκατά είναι; Γιατί τον δείχνουν συνεχώς οι τηλεοράσεις;
Κι επίσης τι σημαίνει “η ΑΕΚ είναι τρεις βαθμούς πάνω από τη ζώνη υποβιβασμού”;
Δεν είναι κανονική ομάδα σαν τις άλλες;
Και που στα τσακίδια πήγε ο Κετσπάγια;
Έχω γεμίσει απορίες, που να πάρει!
Γιατί δεν μου είπε κανείς τι είναι οι εκλογές να πάω να ασκήσω το δικαίωμά μου;
Γιατί έχουνε κολλήσει 8.512 post-it πάνω στο αεροπλάνο της Ολυμπιακής;
Γιατί ο Αυτιάς δεν είναι στον Alpha;
Γιατί ο Λαζόπουλος ξανάκανε εκπομπή;
Γιατί η Μαριλίζα Ξενογιαννακοπούλου λέγεται έτσι;
Γιατί η γιαγιά δεν ήρθε μαζί μας κι έμεινε στο σπίτι της στο χωριό;
Γιατί ο μπαμπάς φεύγει συνέχεια και πάει σ’ ένα μαραφέτι που το λένε δουλειά;
Γιατί κάνει κρύο στο μπαλκόνι τα βράδια;
Γιατί έχει γεμίσει σκόνη το μπλογκ μου;
Γιατί δεν μου κάνουν τα καλοκαιρινά μου φορεματάκια;
Γιατί η κούνια μου μου φαίνεται μικρότερη;
Γιατί χαίρεται και χαμογελάει ο κόσμος πατέρα;
Εμπεριέχει βρισιές.
Απαραίτητη η παιδική συναίνεση.

ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΡΕ ΠΑΠΑΡΕΣ!
Σας ευχαριστώ μέσα από τα βάθη της καρδιάς μου, που μου γαμάτε κάθε χρόνο, κάθε μήνα, κάθε μέρα τον κόσμο μου! Ναι ρε, τον κόσμο ΜΟΥ! Γιατί δικός μου είναι αυτός ο κόσμος, δεν είναι δικός σας. Εσείς τον ξοδέψατε τον χρόνο σας πάνω σ’ αυτόν τον κωλοπλανήτη. Τώρα είναι η δική μου σειρά. Και φροντίζετε συνέχεια, με τη μαλακία που σας δέρνει, με την εγκληματική ανικανότητά σας, με την ηλίθια συναίνεσή σας, με τη σιωπηλή σας απραξία, να μου καταστρέφετε ακόμα κι αυτά τα λίγα ωραία που μου έμειναν για να μεγαλώσω μέσα τους και γύρω τους.
ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΡΕ ΚΑΘΑΡΜΑΤΑ!
Που μου βρωμίζετε τις πόλεις, που μου μολύνετε τα ποτάμια και τις θάλασσες, που μου καίτε τα δάση, που μου σκοτώνετε τα ζωάκια, που τα καινούργια παιχνίδια που μου φτιάχνετε έχουν πιο πολύ πλαστικό κι από το εργοστάσιο της Tupperware, που με βομβαρδίζετε με αέρια και καυσαέρια, που μου καταστρέφετε ακόμα και την επαρχία, που μου βάζετε πάσο εισόδου σε κάθε φυσική ομορφιά που μου απέμεινε, που μου κρύβετε τον ήλιο και το φεγγάρι με τις αναθυμιάσεις σας, που με βάζετε να πίνω βρώμικο νερό, που με κάνετε πειραματόζωο για τα Έψιλον συντηρητικά σας, που εξαφανίσατε τις γεύσεις από τις τροφές μου, που με φυλακίζετε στα αδιέξοδά σας. Γαμιόληδες!
ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΡΕ ΜΠΑΣΤΑΡΔΟΙ!
Σας ευχαριστώ που είσαστε πάντα απόντες και δεν θ’ ακούσετε ποτέ τη φωνή μου. Σας ευχαριστώ μέσα από το μικρό βάθος της μικρής μου καρδιάς για όποιον εφιάλτη μου χαρίζετε κάθε μέρα, και που μου μαθαίνετε με τα υπέροχα εκπαιδευτικά σας συστήματα πως να διαχειριστώ τη σάπια σας κληρονομιά, όταν εσείς δεν θα υπάρχετε και θα καίγεστε στην Κόλαση, αν υπάρχει Θεία Δίκη και αν σας περιμένει κάτι τέτοιο...
Σ’ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΚΑΙ ΣΕΝΑ ΜΠΑΜΠΑ!
Που σκέφτηκες μόνο τη δική σου ευτυχία πριν με φέρεις σ’ αυτόν τον κόσμο!
Κι όταν δεν μπορούσες να κάνεις πίσω, σ’ ευχαριστώ που έκανες ότι μπορούσες για να μου τον φτιάξεις όσο γίνεται καλύτερο...
ΤΙΠΟΤΑ ΔΗΛΑΔΗ!
- Είχα μια εκτενή συζήτηση με μια φίλη μου αγελάδα (όπως ίσως ενημερωθήκατε και από εδώ). Με ενημέρωσε για όλα της τα προβλήματα, τις συνθήκες διατροφής και στέγασής της, αλλά και τα γενικότερα περιβαλλοντολογικά προβλήματα του πλανήτη, και φυσικά της ανέπτυξα ενδελεχώς τις θέσεις μου και τους προβληματισμούς μου. Εκείνη είχε μείνει εκστασιασμένη και σταμάτησε να μιλάει, οπότε βρήκα κι εγώ ευκαιρία και της τα είπα όλα. Μα όλα! Ότι δεν είχα πει σε όλη την προηγούμενη ζωή μου, τα είπα τις τελευταίες τρεις ημέρες στην αγελάδα. Και μην ακούσω καμιά βλακεία από κανέναν, ότι πως είναι δυνατόν να μιλάω σε μια κουδουνίστρα, γιατί θα τον πάρει και θα τον σηκώσει! Είναι και παραείναι! Μόνο εκείνη με καταλαβαίνει σ’ αυτό το σπίτι!
- Είχα κάτι ψυχολογικά προβλήματα και ήμουνα διαρκώς μέσα στη γκρίνια, την οποία αποφάσισα μετά από ώριμη σκέψη πως δεν ήθελα να μεταφέρω και σ’ αυτόν εδώ τον χώρο. Τα ψυχολογικά αυτά προβλήματα, προέρχονταν κυρίως από το γεγονός ότι δεν έχει γίνει ακόμα καμία συζήτηση στη βουλή για την δωρεάν εκμάθηση ξένων γλωσσών σε βρέφη 0-5 ετών (και έτσι δυσκολεύομαι να κατανοώ τα ξένα sites που επισκέπτομαι για να κάνω chat με γκομενάκια, οπότε αναγκάζομαι να φωνάζω τον μπαμπά για να μου τα μεταφράζει, κι εκείνος μόλις βλέπει τι κάθομαι και χαζεύω παθαίνει 26 απανωτά και παρατεταμένα εγκεφαλικά και η μαμά τον τρέχει στα νοσοκομεία, οπότε εγώ βρίσκω την ευκαιρία και συνεχίζω ανενόχλητη, αλλά και πάλι δεν καταλαβαίνω τίποτα, κλπ. κλπ.) και αφετέρου ότι με είχαν προβληματίσει τα μάλλα οι εμφανίσεις του Ολυμπιακού στα φιλικά, αν και στον πρώτο επίσημο αγώνα έδειξε καλά στοιχεία, οπότε θα δούμε τι θα κάνει και σήμερα και τα ξαναλέμε (περιμένω κι αυτήν την μεταγραφή-βόμβα κι έχω πεθάνει στην αγωνία…)
- Εδώ είναι τα δύσκολα. Κάπως υπέπεσε στην αντίληψή μου, ότι την Παρασκευή ετοιμάζονται να με πάνε στην παιδίατρο για τα πρώτα μου εμβόλια!!! Δεν θυμάμαι πως. Μάλλον κρυφάκουγα (ενώ έκανα πως κοιμόμουν) τη μαμά και τον μπαμπά που το συζητούσαν τις προάλλες. Αυτό που θυμάμαι είναι πως με έλουσε κρύος ιδρώτας, αλλά αμέσως μετά με έλουσε η μαμά και μου ‘φυγε… Το ίδιο βράδυ φυσικά δεν κοιμήθηκα καθόλου. Εικόνες τρομακτικές στριφογυρνούσαν συνεχώς στο μυαλό μου (βλέπετε ήμουν επηρεασμένη από τις περιγραφές άλλων συνομίληκών μου, που μου έλεγαν πως ο γιατρός είναι τεράστιος χοντρός τύπος με μουστάκι, που κρατάει μια θεόρατη βελόνα, σου βαράει το κωλαράκι, και μετά χωρίς να το καταλάβεις σου κάνει μια… Τσακ! Και σου την χώνει όλη μέσα!!) Καλά, έτσι και δω α) την δικιά μου παιδίατρο με μουστάκι, και β) να μου χώνει οτιδήποτε, μα οτιδήποτε, στο κωλαράκι μου, θα της χέσω το καινούργιο της φουστάνι, σας το λέω! Τέλος πάντων, το θέμα είναι ότι έχω σχετική έλλειψη χρόνου αυτές τις μέρες, διότι κάνω κάποιες ασκήσεις γιόγκα για χαλάρωση εν όψει του τρομερού γεγονότος, αλλά μιλάω και καμιά δεκαριά ώρες την ημέρα στο τηλέφωνο, σε μια γραμμή ψυχολογικής υποστήριξης για “βρέφη σε καθεστώς τρόμου”, όπου έχω βρει έναν ωραίο τυπάκο, που τα λέει μια χαρά και έχει και ωραία αισθησιακή φωνή, και άμα μεγαλώσω θα τον παντρευτώ, αν φυσικά έχω επιζήσει από την εμπειρία της Παρασκευής, πράγμα που θα καταλάβετε από το αν θα υπάρξει επόμενο ποστ στο ταλαίπωρο ετούτο βλογ.

Αυτά! Βαρέθηκα τώρα... Πάω να θηλάσω.
Τσίου!
Ε, λοιπόν, αυτή η κατάσταση μου έχει κάνει τα νεύρα κορδέλες.
Έχω το πιο high-tech καρότσι στον Γαλαξία (όχι το σούπερ-μάρκετ), αλλά παρ’ όλα αυτά όποτε γυρνάω από βόλτα χρειάζομαι τουλάχιστον μισή ώρα να συνέλθω από το κούνημα. Και να φανταστείτε ότι χλαπακιάζω και πέντε-έξι δραμαμίνες πριν ξεκινήσουμε. Προφανώς ο Δήμαρχος της γειτονιάς εδώ κάνει συλλογή από λακκούβες, δεν εξηγείται αλλιώς. Είναι και η μάνα μου λίγο “γκάου”, πιάνει και την πάρλα με τον μπαμπά, ε, πάει, θα τα χαλάσουμε τα αμορτισέρ.
Σήμερα σημαδέψαμε μια μεγάλη. And guess what: την πετύχαμε! Αν δεν φόραγα κι αυτήν την αεροδιαστημική ζώνη ασφαλείας θα είχα γίνει το πρώτο μωρό εδάφους-αέρος στον πλανήτη.
Αμ, το άλλο; Είχε ο μπαμπάς τη φαεινή ιδέα να πάμε μια βόλτα κι από το κολυμβητήριο στο παρακάτω τετράγωνο. Δε λέω… βολικό, αλλά σε καμιά δεκαριά χρόνια που θα μπορώ να πηγαίνω με τα πόδια. Προς το παρόν διαπιστώσαμε οικογενειακώς πως για να μπούμε μέσα έπρεπε να ανέβουμε χίλια οχτακόσια πενηνταδώδεκα σκαλοπάτια. Μα που πας ρε Καραμήτρο; Ούτε μια ράμπα; Ένα μαδέρι οικοδομής; Κάτι; Κι οι ανάπηροι δηλαδή πως θα μπαίνουν μέσα; Θα κάνουν άλμα επί κοντώ; Άει σιχτίρ για τοπική αυτοδιοίκηση (με κάνουνε και βρίζω και θα μου μείνει κανα κουσούρι…)
Το κορυφαίο δε, ήταν όταν περάσαμε δίπλα από έναν καινούργιο βρεφονηπιακό σταθμό που μόλις τελείωσε. Υπέρτατο! Ένα τετράγωνο μπετόν “πράγμα” μπορδοροδοκόκκινο με κάτι γαλάζιες και ροζ πιτσιλιές, maximum 150 τετραγωνικά, άντε κι άλλα εκατό κήπος. Και την ώρα που στρίβουμε την βλέπω. Την ταμπέλα. “Προϋπολογισμός Έργου: 984.000 ευρώ”. Τους μουντζώνεις ή δεν τους μουντζώνεις; Άμα έκανε αυτό κοντά ένα εκατομμύριο ευρώ, τότε το σπίτι μας κάνει τέσσερα (εκατομμύρια). Να το πουλήσουμε, να χτίσουμε δυο-τρεις τέτοιους, να βγάλουμε και κανα φράγκο να το επενδύσουμε σε δομημένα ομόλογα!
Προφανώς δεν άντεξα άλλο και άρχισα τα “Ουάαα, ουάαα…” οπότε και αποφασίστηκε παμψηφεί να επιστρέψουμε. Από ένα ανοιχτό παράθυρο ακουγόταν ένας τύπος που έβγαζε τα απωθημένα του πάνω σε μία ταλαίπωρη ντραμς προσπαθώντας εντελώς αποτυχημένα να μιμηθεί τον Τουλιάτο, λίγο πιο κει ο άλλος είχε φυτέψει περικοκλάδες στο πεζοδρόμιο, που από την πολλή φροντίδα είχαν καταλάβει και το μισό οδόστρωμα (μέγιστου πλάτους 1,5 μέτρου, ότι πρέπει για να παρκάρουν νταλίκες), ο άλλος είχε δέσει τον σκύλο του σ’ ένα χωράφι μόνο του και ο καημένος ήταν στα όρια της παράκρουσης, ο χασάπης είχε πλύνει όλο του το μαγαζί (μαζί με τα πέντε γειτονικά του) και για να περάσουμε κάναμε κανόε-καγιάκ επί ασφάλτου, και φυσικά βγάλανε από τη γωνία και τους μπλε κάδους ανακύκλωσης, μιας και οι κάφροι της γειτονιάς πήγαιναν και πέταγαν μέσα ότι έβρισκαν πρόχειρο, αποφάγια, μαξιλάρια καναπέδων, σερβιέτες, βιντεοκασέτες, ότι να ‘ναι!
Και μετά μου λέτε να μη βρίζω…
Πότε έχουμε Δημοτικές Εκλογές γαμώ την κουδουνίστρα μου μέσα;
Φυσικά δεν μπορούσα να δω τίποτα διότι όπως προείπα ήμουνα στον καναπέ, κι όταν λέμε στον καναπέ δεν εννοούμε ότι έπινα μπύρες και κάπνιζα βλέποντας μπάλα στην τηλεόραση. Ξάπλα ήμουνα πάνω σε ένα σεντονάκι, το οποίο ήτανε πάνω σε ένα κουβερτάκι, το οποίο ήτανε πάνω σε ένα σελτεδάκι, το οποίο... κλπ. Έτσι, για ό,τι συνέβαινε πίσω από την πλάτη του καναπέ είχα μόνο ηχητική κάλυψη.
Η ηχητική πανδαισία συνεχίστηκε με δυο-τρία “κλικ, κλακ” και ολοκληρώθηκε με ένα μεγαλοπρεπές “Αχά!” που είπε ο μπαμπάς. Αμέσως φώναξε την μαμά και καθόσαντε κι οι δυο σα βλάκες, χωρίς εμένα, και κοιτάζανε σα χαζοί κάτι και λέγανε: “Φοβερό”, “Καλά είναι πανέμορφο!”, “Και αυτό πως το έβαλες;”, “Ε, τώρα... Αφού είμαι εξπέρ”, και άλλα τέτοια και χαριεντίζονταν κανα δεκάλεπτο.
Έπρεπε να πλαντάξω στο κλάμα και να κοντέψω να πέσω από τον καναπέ για να φιλοτιμηθούν να με πάρουν αγκαλιά.
Και τότε συνέβη.
Για πρώτη φορά στη ζωή μου, αντίκρυσα ΑΥΤΟ:
V
V
V
V
V
V

Περιτό να αναφέρουμε πως έπαθα γκαγκάου.
Πριν προλάβει να κάνει τίποτα ο μπαμπάς, η μαμά το είχε αρπάξει και έκοβε βόλτες μέσα στο σαλόνι. “Τι κάνεις παιδί μου εκεί με το καρότσι”, “Τεστ ντράιβ”, “Είσαι με τα καλά σου;;; Φερ’ το εδώ να βάλουμε μέσα το παιδί!”
Ώπα! Εγώ ήμουν αυτή. Άρα;
Ε, πριν προλάβω να αναρωτηθώ με την ησυχία μου σαν άνθρωπος, με βάζει ο μπαμπάς μέσα, μου σφηνώνει το κεφάλι σε ένα #%$@&)$=μαξιλαράκι (ο Θεός να το κάνει...) που είχε μέσα, και αρχίζει και με δένει. Με δένει από πάνω, από κάτω, απ’ τα πλάγια, βάμος αλά πλάγια, ούτε τρόφιμος φρενοκομείου να ήμουνα. Ήμαρτον!
Αφού λοιπόν με ακινητοποίησε πλήρως, ανοίγει η μεγάλη ξύλινη πόρτα του σπιτιού, με τσουλάνε έξω πάνω σε αυτό το ουάου όχημα, και τι βλέπω; Αφού μια ψιλοτύφλωση την έπαθα πρώτα, μιας και με βγάλανε χωρίς γυαλιά ηλίου έξω, αντικρίζω για πρώτη φορά στη ζωή μου αυτό:
V
V
V
V
V
V

Σοκ και Δέος!
(αργότερα το απόγευμα που μπήκα στη Wikipedia, έμαθα πως αυτό λέγεται ήλιος και ουρανός)
Εκείνη τη στιγμή όμως ήμουν τόσο συγκλονισμένη, που το μόνο που κατάφερα να κάνω, ήταν να κοιμηθώ. Κατά τη διάρκεια του ύπνου μου δεν ξέρω τι συνέβη, ούτε πόση ώρα κράτησε. Αυτό που θυμάμαι, είναι πως όταν ξύπνησα: α) μύριζε σουβλάκια, β) ήμουνα κάτω από ένα δέντρο, και γ) μπροστά στη μούρη ήτανε μια χοντρή που μου έκανε γόυτσου-γούτσου κι έλεγε διάφορες ευχές στον μπαμπά του τύπου “να σας ζήσει”, και “να τη δείτε νυφούλα” (να θυμηθώ να κοιτάξω τι σημαίνει “νυφούλα”), και άλλα τέτοια. Ο μπαμπάς ήταν ακουμπισμένος στον κορμό ενός δέντρου δίπλα και έτρωγε το σουβλάκι του μουρμουρίζοντας “Ευχαριστώ πολύ, και στα δικά σας” κλπ.
Ευτυχώς μετά από πέντε λεπτά εμφανίστηκε και η μαμά, με ένα άλλο αυτοκινητάκι, εντελώς ξενερουά, που μέσα είχε πατάτες, ντομάτες, κρεμύδια, ραδίκια, βρούβες, δύο πεπόνια και οχτώ γερμάδες, και τότε συνειδοτοποίησα την ωμή πραγματικότητα: Οι απαράδεκτοι, με βγάλανε για την πρώτη βόλτα της ζωής μου, και ΠΟΥ με πήγανε; Ε;
Ε;
Ε;
ΣΤΗ ΛΑΪΚΗ!!!
Ναι κυρίες και κύριοι. Στη λαϊκή! Αν είναι δυνατόν;
Άρχισα να γνωρίζω τη πραγματική ζωή, δίπλα απο τύπους που φωνάζανε “Έλα μαντάμ να πάρεις λεμόνια! Ολόφρεσκα! Από το μποστάνι τα κόψαμε πριν λίγο...” και κάτι βρωμύλους που πουλάγανε χαλιά και κιλίμια και καπνίζανε και πίνανε καφέδες, διότι είχανε αναδουλειές. Μάλιστα!
Αντί να με πάνε σε κανένα Μουσείο Φυσικής Ιστορίας, σε καμιά Όπερα, σε κανένα πάρκο με άλλα παιδάκια, στη θάλσσα βρε αδερφέ, οι αθεόφοβοι με πήγανε στη λαϊκή! Κι όχι μόνο αυτό αλλά στο γυρισμό τραβάγανε και βίντεο και ήσαντε κατουρημένοι από τη χαρά τους που εγώ δεν έκλαιγα, και δεν είχα κατουρήσει και κανέναν στη μούρη, και δεν είχα αρχίσει και τα μπινελίκια... Ακούς;
Τους σκοτώνεις ή δεν τους σκοτώνεις;
(την τύχη μου μέσα...)
Με κάνανε και μπάνιο, μου βάλανε και κάτι σκατοαλοιφές, μου ρίξανε και εβδομήντα λίτρα οινόπνευμα στον αφαλό, και στάνιαρα. Είχε έρθει και μια κυρία εκεί που με αλλάζανε και μου κούναγε μέσα στη μούρη μια κόκκινη αγελάδα που έκανε κριτς κριτς κι έλεγε και κάτι βλακείες τύπου “άχου το, το μωρό μου, το κοριτσάκι μου, το ψυχουλίνι μου...” Τι διάολο; Για βλαμμένη με πέρασε; (άσε να μη βρίσω καλύτερα γιατί μάλλον θα τη φάω στη μάπα, άκουσα τη μαμά κάποια στιγμή να λέει: “κοίτα τι σου ‘φερε η γιαγιά, κοίτα πόσο σ’ αγαπάει η γιαγιά...”, αυτή η “γιαγιά” μάλλον είναι κάτι σαν συγγενής και το βλέπω να μας κατσικώνεται στο σπίτι...)
Μετά με πήγανε στο σαλόνι. Εκεί έχουνε ένα μεγάλο τεράγωνο κουτί, φάτσα κάρτα δίπλα από το τζάκι, που όλοι το κοιτάνε, και έδειχνε κάτι ανθρώπους να κουνιούνται και να μιλάνε, χαμός... Κάποια στιγμή, ήτανε ένας κι άρχισε να φωνάζει, κι οι άλλοι τον κοιτάζανε σα χαμένοι, κι ο μπαμπάς άρχισε να λέει κάτι λέξεις που δεν έχω ξανακούσει, και μετά πέταξε μια παντόφλα σ’ αυτό το κουτί, κι η μαμά του είπε “είσαι με τα καλά σου χριστιανέ μου;” κι ο μπαμπάς είπε “μα δεν τον αντέχω τον πούστη τον Βερύκιο, γαμώ το χαζοκούτι μου μέσα!”. Εγώ δεν κατάλαβα Χριστό φυσικά, αλλά τρόμαξα που είδα αυτήν την τεράστια παντόφλα να περνάει ξυστά από το ρηλάξ μου, κι έβαλα τα κλάματα, και τότε η μαμά νόμισε πως πεινάω, κι έβγαλε το βυζί της και μου το κόλλησε στη μούρη -κόντεψα να σκάσω λέμε- οπότε άφησα μια μεγαλοπρεπή κλανιά, και τότε συμπέρανε σύσσωμη η οικογένεια πως χέστηκα (από τη χαρά μου) και ξαναπήγαμε μέσα, με τις σκατοαλοιφές, τα οινοπνεύματα, την κόκκινη αγελάδα και εκείνη τη κυρία...
ΥΓ.: Μα καλά ρε πούστη μου, μόνο ένα σχόλιο είχα στο προηγούμενο ποστ;




