Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εξερευνήσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Σήμερα έφαγα την πρώτη μου κρέμα!
Αυτάααα…
Θέλετε κι άλλα;
Θέλετε μήπως να σας πω πως ήταν;
Θέλετε;
Εγώ δεν θέλω, αλλά αφού τα θέλει ο κώλος σας…
ΜΙΑ ΜΑΛΑΚΙΑ ΚΑΙ ΜΙΣΗ ΗΤΑΝ!
ΑΥΤΟ ΗΤΑΝ!
Μάλιστα κύριε!
Αγνάντευα που λες τη βρόχα που έπιπτε ράιτ θρου (που έλεγε και μια ψυχή), όταν ξαφνικά με πλησιάζει απειλητικά με συνωμοτικό ύφος η μαμά, κι από πίσω… τσουπ! Ακολουθεί κι ο μπαμπάς.
«Ωραία» είπα από μέσα μου (διότι απ’ έξω μου δε μιλάω ακόμα).
«Θα πάμε βόλτα!»
Αμ, δε…
Άλλο ήταν το κόλπο. Παίρνω πόζα που λέτε για αγκαλιά, κι εκεί που έχω τεντωθεί και απλώνω και τα χέρια μου και κάνω και αυτούς τους ναζιάρικους πνιχτούς ήχους (όλα τα κόλπα που ξέρω δηλαδή…) σκάει μύτη μπροστά μου μια πολύχρωμη γαβάθα.
«Τι ‘ν’ τούτου;» ξαναλέω από μέσα μου.
Απ’ έξω μου έχω πάρει ύφος “μην κάνετε καμιά μαλακία, σας έφαγα… θα κλαίω μέχρι τους επόμενους Ολυμπιακούς Αγώνες…” αλλά μάταια προφανώς.
Με ταχύτητα ελαφρά χαμηλότερη απ’ αυτήν του φωτός, η μαμά μου περνάει στο λαιμό μια σαλιάρα, στρογγυλοκάθεται δίπλα μου, βουτάει ένα κουτάλι φούξια μέσα στη γαβάθα, και μου το σκάει μες τη μούρη!
Στην αρχή νόμιζα πως θα παίζαμε, αλλά αντί για κούκλες θα είχαμε κουτάλια. «Kinky» σκέφτηκα «αλλά δε βαριέσαι…»
Ε, λοιπόν όχι!
Βαριέσαι και παραβαριέσαι. Και δεν εννοώ από βαρεμάρα. Εννοώ πως παίρνεις το κουλό σου και αρχίζεις και βαράς τον εαυτό σου! Βαριέσαι μόνος σου δηλαδή ρε παιδί μου, πως το λένε; Αυτοτιμωρείσαι.
Διότι κύριε ερωτώ. Ερωτώ λέγω:
Χάθηκε ο κόσμος να μου δίνανε μια ωραιότατη κρέμα καραμελέ;
Μια crème brule;
Μια κρέμα προσώπου;
Μια κρέμα νυκτός ρε αδερφέ;
Όοοοοοχι! Εκεί! Κρέμα από ριζάλευρο!
(θεέ μου θα ξεράσω και μόνο που το σκέφτομαι…)
Μα είναι δυνατόν; Ποιος παπάρας βγάζει αυτές τις συνταγές; Ποιος ηλίθιος ορίζει τη διατροφή των βρεφών; Έχει δοκιμάσει ποτέ ο ίδιος αυτά που προτείνει; Κι αν ναι, ζει ακόμα;
Έχω κι άλλες ερωτήσεις, αλλά δεν θέλω να σας κουράσω. Νομίζω ότι μπήκατε στο πνεύμα. Φυσικά την έφαγα. Όπως τρώνε τις κρέμες τους όλα τα μωρά. Τη μισή εγώ, τη μισή το πάτωμα, την άλλη μισή το φορμάκι μου, και την άλλη μισή η μπλούζα της μαμάς (καλά ρε πούστη μου; πόσα μισά είχε αυτή κρέμα…;)
Αυτός ο βλάκας εν τω μεταξύ, αντί να με σώσει από την καταστροφή, καθότανε και τράβαγε φωτογραφίες. Ψωνάρα… Η κόρη του πέρναγε των παθών της τον τάραχο, κι αυτός εκεί! Η τέχνη πάν’ απ’ όλα!
Τέλος πάντων, δεν μπορώ να γράψω άλλα. Είμαι σοκαρισμένη.
Ελπίζω να κάνανε την πλάκα τους, και αύριο να μου φέρουνε κανένα κοτόπουλο με πατάτες στο φούρνο, γιατί αλλιώς ετοιμαστείτε.
Ξεκινάω να ψάχνω για θετούς γονείς…
Αλλά ρε παιδάκι μου, έχουμε μεγάλη διαφορά ηλικίας!
(δε βαριέσαι, μπορεί τελικά να μ' αρέσουν οι ώριμοι άντρες...)
Χι, χι, χι...
Ε, λοιπόν, αυτή η κατάσταση μου έχει κάνει τα νεύρα κορδέλες.
Έχω το πιο high-tech καρότσι στον Γαλαξία (όχι το σούπερ-μάρκετ), αλλά παρ’ όλα αυτά όποτε γυρνάω από βόλτα χρειάζομαι τουλάχιστον μισή ώρα να συνέλθω από το κούνημα. Και να φανταστείτε ότι χλαπακιάζω και πέντε-έξι δραμαμίνες πριν ξεκινήσουμε. Προφανώς ο Δήμαρχος της γειτονιάς εδώ κάνει συλλογή από λακκούβες, δεν εξηγείται αλλιώς. Είναι και η μάνα μου λίγο “γκάου”, πιάνει και την πάρλα με τον μπαμπά, ε, πάει, θα τα χαλάσουμε τα αμορτισέρ.
Σήμερα σημαδέψαμε μια μεγάλη. And guess what: την πετύχαμε! Αν δεν φόραγα κι αυτήν την αεροδιαστημική ζώνη ασφαλείας θα είχα γίνει το πρώτο μωρό εδάφους-αέρος στον πλανήτη.
Αμ, το άλλο; Είχε ο μπαμπάς τη φαεινή ιδέα να πάμε μια βόλτα κι από το κολυμβητήριο στο παρακάτω τετράγωνο. Δε λέω… βολικό, αλλά σε καμιά δεκαριά χρόνια που θα μπορώ να πηγαίνω με τα πόδια. Προς το παρόν διαπιστώσαμε οικογενειακώς πως για να μπούμε μέσα έπρεπε να ανέβουμε χίλια οχτακόσια πενηνταδώδεκα σκαλοπάτια. Μα που πας ρε Καραμήτρο; Ούτε μια ράμπα; Ένα μαδέρι οικοδομής; Κάτι; Κι οι ανάπηροι δηλαδή πως θα μπαίνουν μέσα; Θα κάνουν άλμα επί κοντώ; Άει σιχτίρ για τοπική αυτοδιοίκηση (με κάνουνε και βρίζω και θα μου μείνει κανα κουσούρι…)
Το κορυφαίο δε, ήταν όταν περάσαμε δίπλα από έναν καινούργιο βρεφονηπιακό σταθμό που μόλις τελείωσε. Υπέρτατο! Ένα τετράγωνο μπετόν “πράγμα” μπορδοροδοκόκκινο με κάτι γαλάζιες και ροζ πιτσιλιές, maximum 150 τετραγωνικά, άντε κι άλλα εκατό κήπος. Και την ώρα που στρίβουμε την βλέπω. Την ταμπέλα. “Προϋπολογισμός Έργου: 984.000 ευρώ”. Τους μουντζώνεις ή δεν τους μουντζώνεις; Άμα έκανε αυτό κοντά ένα εκατομμύριο ευρώ, τότε το σπίτι μας κάνει τέσσερα (εκατομμύρια). Να το πουλήσουμε, να χτίσουμε δυο-τρεις τέτοιους, να βγάλουμε και κανα φράγκο να το επενδύσουμε σε δομημένα ομόλογα!
Προφανώς δεν άντεξα άλλο και άρχισα τα “Ουάαα, ουάαα…” οπότε και αποφασίστηκε παμψηφεί να επιστρέψουμε. Από ένα ανοιχτό παράθυρο ακουγόταν ένας τύπος που έβγαζε τα απωθημένα του πάνω σε μία ταλαίπωρη ντραμς προσπαθώντας εντελώς αποτυχημένα να μιμηθεί τον Τουλιάτο, λίγο πιο κει ο άλλος είχε φυτέψει περικοκλάδες στο πεζοδρόμιο, που από την πολλή φροντίδα είχαν καταλάβει και το μισό οδόστρωμα (μέγιστου πλάτους 1,5 μέτρου, ότι πρέπει για να παρκάρουν νταλίκες), ο άλλος είχε δέσει τον σκύλο του σ’ ένα χωράφι μόνο του και ο καημένος ήταν στα όρια της παράκρουσης, ο χασάπης είχε πλύνει όλο του το μαγαζί (μαζί με τα πέντε γειτονικά του) και για να περάσουμε κάναμε κανόε-καγιάκ επί ασφάλτου, και φυσικά βγάλανε από τη γωνία και τους μπλε κάδους ανακύκλωσης, μιας και οι κάφροι της γειτονιάς πήγαιναν και πέταγαν μέσα ότι έβρισκαν πρόχειρο, αποφάγια, μαξιλάρια καναπέδων, σερβιέτες, βιντεοκασέτες, ότι να ‘ναι!
Και μετά μου λέτε να μη βρίζω…
Πότε έχουμε Δημοτικές Εκλογές γαμώ την κουδουνίστρα μου μέσα;
Φυσικά δεν μπορούσα να δω τίποτα διότι όπως προείπα ήμουνα στον καναπέ, κι όταν λέμε στον καναπέ δεν εννοούμε ότι έπινα μπύρες και κάπνιζα βλέποντας μπάλα στην τηλεόραση. Ξάπλα ήμουνα πάνω σε ένα σεντονάκι, το οποίο ήτανε πάνω σε ένα κουβερτάκι, το οποίο ήτανε πάνω σε ένα σελτεδάκι, το οποίο... κλπ. Έτσι, για ό,τι συνέβαινε πίσω από την πλάτη του καναπέ είχα μόνο ηχητική κάλυψη.
Η ηχητική πανδαισία συνεχίστηκε με δυο-τρία “κλικ, κλακ” και ολοκληρώθηκε με ένα μεγαλοπρεπές “Αχά!” που είπε ο μπαμπάς. Αμέσως φώναξε την μαμά και καθόσαντε κι οι δυο σα βλάκες, χωρίς εμένα, και κοιτάζανε σα χαζοί κάτι και λέγανε: “Φοβερό”, “Καλά είναι πανέμορφο!”, “Και αυτό πως το έβαλες;”, “Ε, τώρα... Αφού είμαι εξπέρ”, και άλλα τέτοια και χαριεντίζονταν κανα δεκάλεπτο.
Έπρεπε να πλαντάξω στο κλάμα και να κοντέψω να πέσω από τον καναπέ για να φιλοτιμηθούν να με πάρουν αγκαλιά.
Και τότε συνέβη.
Για πρώτη φορά στη ζωή μου, αντίκρυσα ΑΥΤΟ:
V
V
V
V
V
V

Περιτό να αναφέρουμε πως έπαθα γκαγκάου.
Πριν προλάβει να κάνει τίποτα ο μπαμπάς, η μαμά το είχε αρπάξει και έκοβε βόλτες μέσα στο σαλόνι. “Τι κάνεις παιδί μου εκεί με το καρότσι”, “Τεστ ντράιβ”, “Είσαι με τα καλά σου;;; Φερ’ το εδώ να βάλουμε μέσα το παιδί!”
Ώπα! Εγώ ήμουν αυτή. Άρα;
Ε, πριν προλάβω να αναρωτηθώ με την ησυχία μου σαν άνθρωπος, με βάζει ο μπαμπάς μέσα, μου σφηνώνει το κεφάλι σε ένα #%$@&)$=μαξιλαράκι (ο Θεός να το κάνει...) που είχε μέσα, και αρχίζει και με δένει. Με δένει από πάνω, από κάτω, απ’ τα πλάγια, βάμος αλά πλάγια, ούτε τρόφιμος φρενοκομείου να ήμουνα. Ήμαρτον!
Αφού λοιπόν με ακινητοποίησε πλήρως, ανοίγει η μεγάλη ξύλινη πόρτα του σπιτιού, με τσουλάνε έξω πάνω σε αυτό το ουάου όχημα, και τι βλέπω; Αφού μια ψιλοτύφλωση την έπαθα πρώτα, μιας και με βγάλανε χωρίς γυαλιά ηλίου έξω, αντικρίζω για πρώτη φορά στη ζωή μου αυτό:
V
V
V
V
V
V

Σοκ και Δέος!
(αργότερα το απόγευμα που μπήκα στη Wikipedia, έμαθα πως αυτό λέγεται ήλιος και ουρανός)
Εκείνη τη στιγμή όμως ήμουν τόσο συγκλονισμένη, που το μόνο που κατάφερα να κάνω, ήταν να κοιμηθώ. Κατά τη διάρκεια του ύπνου μου δεν ξέρω τι συνέβη, ούτε πόση ώρα κράτησε. Αυτό που θυμάμαι, είναι πως όταν ξύπνησα: α) μύριζε σουβλάκια, β) ήμουνα κάτω από ένα δέντρο, και γ) μπροστά στη μούρη ήτανε μια χοντρή που μου έκανε γόυτσου-γούτσου κι έλεγε διάφορες ευχές στον μπαμπά του τύπου “να σας ζήσει”, και “να τη δείτε νυφούλα” (να θυμηθώ να κοιτάξω τι σημαίνει “νυφούλα”), και άλλα τέτοια. Ο μπαμπάς ήταν ακουμπισμένος στον κορμό ενός δέντρου δίπλα και έτρωγε το σουβλάκι του μουρμουρίζοντας “Ευχαριστώ πολύ, και στα δικά σας” κλπ.
Ευτυχώς μετά από πέντε λεπτά εμφανίστηκε και η μαμά, με ένα άλλο αυτοκινητάκι, εντελώς ξενερουά, που μέσα είχε πατάτες, ντομάτες, κρεμύδια, ραδίκια, βρούβες, δύο πεπόνια και οχτώ γερμάδες, και τότε συνειδοτοποίησα την ωμή πραγματικότητα: Οι απαράδεκτοι, με βγάλανε για την πρώτη βόλτα της ζωής μου, και ΠΟΥ με πήγανε; Ε;
Ε;
Ε;
ΣΤΗ ΛΑΪΚΗ!!!
Ναι κυρίες και κύριοι. Στη λαϊκή! Αν είναι δυνατόν;
Άρχισα να γνωρίζω τη πραγματική ζωή, δίπλα απο τύπους που φωνάζανε “Έλα μαντάμ να πάρεις λεμόνια! Ολόφρεσκα! Από το μποστάνι τα κόψαμε πριν λίγο...” και κάτι βρωμύλους που πουλάγανε χαλιά και κιλίμια και καπνίζανε και πίνανε καφέδες, διότι είχανε αναδουλειές. Μάλιστα!
Αντί να με πάνε σε κανένα Μουσείο Φυσικής Ιστορίας, σε καμιά Όπερα, σε κανένα πάρκο με άλλα παιδάκια, στη θάλσσα βρε αδερφέ, οι αθεόφοβοι με πήγανε στη λαϊκή! Κι όχι μόνο αυτό αλλά στο γυρισμό τραβάγανε και βίντεο και ήσαντε κατουρημένοι από τη χαρά τους που εγώ δεν έκλαιγα, και δεν είχα κατουρήσει και κανέναν στη μούρη, και δεν είχα αρχίσει και τα μπινελίκια... Ακούς;
Τους σκοτώνεις ή δεν τους σκοτώνεις;
(την τύχη μου μέσα...)
Πλάκα είχε.
Ξυπνάω που λέτε κάποια στιγμή, κι αρχίζω το γνωστό παραμύθι. Ουά ουά και τέτοια. Γνωστά κόλπα... Η μαμά κάπου ήτανε και δε μπορούσε να έρθει, και τότε ο γενναίος και αγέρωχος πατέρας αποφασίζει να πάρει την κατάσταση στα χέρια του. Τελικά πήρε τ’ αρχίδια μου! Χι, χι, χι...
Με βάζει λοιπόν στην αλλαξιέρα, με γδύνει, μου βγάζει την πάνα, ευωδιάζει το δωμάτιο και κάνει μια γκριμάτσα ξινίλας μαζί μ’ ένα “πφφφφ...”. E, μου τη βαράει και μένα, κι εκεί που καθόταν και με κοίταζε αμολάω μια κλανιά, και μου φεύγουν και λίγα τσίσα. Ο μπαμπάς κάνει “αχού το μωρό μου, έκανε τσισάκια, γκίλι γκίλι…” κι άλλες τέτοιες αηδίες, μ’ αρπάζει μ’ αυτόν τον τρόπο που του είχε δείξει μια μαλάκω μαία στο μαιευτήριο και με βάζει κάτω από το νιπτήρα. Αυτό σε γενικές γραμμές δεν είναι και πολύ κακό, αρκεί να μη σε κρατάνε σαν κοτόπουλο...
Ε, κάποια στιγμή τελειώνουμε, με σκουπίζει, με ξαναβάζει στην αλλαξιέρα, αλλά αυτή τη φορά χωρίς τα “γκίλι, γκίλι” και τις αηδίες. Αρχίζει και με ντύνει, ψάχνει να βρει τις πάνες, βλέπει ότι το φορμάκι μου είναι λερωμένο, αρχίζει κάτι γαλλικά, και κάτι κέρατα βερνικωμένα, και κάτι για τη μάνα μου, μου τη βιδώνει και μένα που λέτε, κι έτσι όπως ήταν σκυμμένος πάνω μου προσπαθώντας να μου φορέσει το δεξί μανίκι, του αμολάω μία στη μούρη... Χα, χα, χα! Έπρεπε να τον βλέπατε!!! Είχε μείνει εκεί σα χάνος και με κοίταζε! Τον κατουρούσα τουλάχιστον 40 δευτερόλεπτα (ρε πούστη μου, που ήταν όλα αυτά τα τσίσα;). Χα, χα, χα!
Τσιμουδιά δεν έβγαλε όμως. Παρόλο που τα ‘κανα όλα χάλια, και το φορμάκι μου, και τις κάλτσες, και την πάνα, και το σελτεδάκι (μα λέξη είναι τώρα αυτή; άκου σελτεδάκι...) και το έπιπλο, δε θύμωσε. Α, όλα κι όλα! Είναι καλός εμένα ο μπαμπάς μου. Φώναξε τη γιαγιά να αναλάβει και κείνος πήγε στο μπαλκόνι να κάνει τσιγάρο, οπότε σταμάτησε και η πλάκα...
Αύριο θα δοκιμάσω να τον χέσω!
Με κάνανε και μπάνιο, μου βάλανε και κάτι σκατοαλοιφές, μου ρίξανε και εβδομήντα λίτρα οινόπνευμα στον αφαλό, και στάνιαρα. Είχε έρθει και μια κυρία εκεί που με αλλάζανε και μου κούναγε μέσα στη μούρη μια κόκκινη αγελάδα που έκανε κριτς κριτς κι έλεγε και κάτι βλακείες τύπου “άχου το, το μωρό μου, το κοριτσάκι μου, το ψυχουλίνι μου...” Τι διάολο; Για βλαμμένη με πέρασε; (άσε να μη βρίσω καλύτερα γιατί μάλλον θα τη φάω στη μάπα, άκουσα τη μαμά κάποια στιγμή να λέει: “κοίτα τι σου ‘φερε η γιαγιά, κοίτα πόσο σ’ αγαπάει η γιαγιά...”, αυτή η “γιαγιά” μάλλον είναι κάτι σαν συγγενής και το βλέπω να μας κατσικώνεται στο σπίτι...)
Μετά με πήγανε στο σαλόνι. Εκεί έχουνε ένα μεγάλο τεράγωνο κουτί, φάτσα κάρτα δίπλα από το τζάκι, που όλοι το κοιτάνε, και έδειχνε κάτι ανθρώπους να κουνιούνται και να μιλάνε, χαμός... Κάποια στιγμή, ήτανε ένας κι άρχισε να φωνάζει, κι οι άλλοι τον κοιτάζανε σα χαμένοι, κι ο μπαμπάς άρχισε να λέει κάτι λέξεις που δεν έχω ξανακούσει, και μετά πέταξε μια παντόφλα σ’ αυτό το κουτί, κι η μαμά του είπε “είσαι με τα καλά σου χριστιανέ μου;” κι ο μπαμπάς είπε “μα δεν τον αντέχω τον πούστη τον Βερύκιο, γαμώ το χαζοκούτι μου μέσα!”. Εγώ δεν κατάλαβα Χριστό φυσικά, αλλά τρόμαξα που είδα αυτήν την τεράστια παντόφλα να περνάει ξυστά από το ρηλάξ μου, κι έβαλα τα κλάματα, και τότε η μαμά νόμισε πως πεινάω, κι έβγαλε το βυζί της και μου το κόλλησε στη μούρη -κόντεψα να σκάσω λέμε- οπότε άφησα μια μεγαλοπρεπή κλανιά, και τότε συμπέρανε σύσσωμη η οικογένεια πως χέστηκα (από τη χαρά μου) και ξαναπήγαμε μέσα, με τις σκατοαλοιφές, τα οινοπνεύματα, την κόκκινη αγελάδα και εκείνη τη κυρία...
ΥΓ.: Μα καλά ρε πούστη μου, μόνο ένα σχόλιο είχα στο προηγούμενο ποστ;




